About Report a problem

Menu

γουνιαῖος τόπος

γουνιαῖος τόπος

dud., quizá expl. a γουνός, o bien v.l. por γόνιμος τόπος Hsch.s.u. γουνοῦσθαι, pero v. tb. γωνιαῖος.

Saved

Recent